close

  • Να φυλάττω πίστη εις την πατρίδα μου,την Πολωνική Δημοκρατία
  • ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

  • 25 Αυγούστου 2015

    Η ίδρυση, πριν από 35 χρόνια στο Γκντανσκ, μιας συνδικαλιστικής οργάνωσης, ανεξάρτητης από τις κομμουνιστικές αρχές, συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στην κατάρρευση του κομμουνισμού στην Πολωνία και σε άλλες χώρες της περιοχής.

    Το 1980, η κατάσταση της Πολωνίας ήταν αρκετά δύσκολη. Τελείωνε το δέκατο έτος του Edward Gierek στην εξουσία και Πολωνία αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα διεθνούς χρέους και αυξανόμενη έλλειψη βασικών προϊόντων. Τον Ιούλιο, ως αντίδραση σε αυξήσεις τιμών των τροφίμων που εισήγαγε η κυβέρνηση, ξέσπασαν οι απεργίες στο Λούμπλιν, που συχνά θεωρούνται ως προοίμιο των γεγονότων του Αυγούστου. Στις 14 Αυγούστου 1980, περίπου τρεις εβδομάδες μετά τη λήξη των απεργιών του Λούμπλιν, ξεκίνησε η απεργία στα Ναυπηγεία του Γκντανσκ η οποία σε λίγες μέρες εξαπλώθηκε και σε πολλές άλλες παραγωγικές μονάδες. 

     

    Η δύναμη των εργατικών διαμαρτυριών του Αυγούστου προερχόταν από μερικούς νέους για την εποχή και τον τόπο παράγοντες.  Πρώτα απ ' όλα, από την αλληλεγγύη των εργαζομένων και τη δημιουργία της Δια-εργοστασιακής  Απεργιακής Επιτροπής που αντιπροσώπευε τα αιτήματα των απεργών από διάφορα εργοστάσια. Επιπλέον, η διαμαρτυρία είχε την μορφή της κατάληψης των εργοστασίων, σε αντίθεση με τις προηγούμενες διαδηλώσεις των εργαζομένων μπροστά από τα κτήρια του κομμουνιστικού κόμματος το 1956 και 1970, οι οποίες αντιμετωπίστηκαν βίαια από το καθεστώς.  Παράλληλα, ίδρυσαν δική τους οργανωτική δομή που έκανε και τις διαπραγματεύσεις με τις αρχές ευκολότερες.

     

    Ο μοναδικός χαρακτήρας της απεργίας οφειλόταν επίσης στη συνεργασία των εργαζομένων με τους εκπροσώπους της διανόησης, οι όποιοι ήρθαν στο Γκντανσκ και προσχώρησαν στην απεργία ως σύμβουλοι. Κάποιοι από αυτούς ήταν γνωστοί από την αντιπολιτευτική τους δράση, κυρίως στις δομές της Επιτροπής Άμυνας Εργατών (KOR). Οι άφιξή τους, εξόργισε τις κομμουνιστικές αρχές, οι οποίες έκριναν ότι οι πόλεις Γκντανσκ-Γντύνια-Σόποτ «βρίσκονταν κάτω από τη βαριά επιρροή ταραχοποιών και εχθρικών στοιχείων , κυρίως από την KOR.»

     

    Ωστόσο, ο πιο σημαντικός παράγοντας ήταν ο κατάλογος των αιτημάτων, ο οποίος δίπλα στα κοινωνικού τύπου ζητήματα, περιλάμβανε επίσης πολιτικές απαιτήσεις για την ίδρυση ανεξάρτητου συνδικάτου. Οι απεργοί απαίτησαν επίσης τον σεβασμό της ελευθερίας του λόγου, την χαλάρωση της κρατικής λογοκρισίας και την πρόσβαση σε μέσα μαζικής ενημέρωσης, που μέχρι τότε ήταν υπό πλήρη κρατικό έλεγχο. Η ένταξη αυτών των αιτημάτων καταδικάστηκε σκληρά από την κυβερνητική και κομματική πλευρά και χαρακτηρίστηκε ως «αντι-σοσιαλιστικές απαιτήσεις που υπονομεύουν την δομή της χώρας και οδηγούν σε ουσιαστική νομιμοποίηση της αντιπολίτευσης.»

     

    Οι αρχές τελικά υποχώρησαν  κάτω από τις πιέσεις των απεργών και έτσι οι συμφωνίες υπογράφηκαν  τόσο στο Γκντανσκ, όπου εκ μέρους των εργατών υπέγραψε ο Λεχ Βαλέσα, όσο και σε άλλες πόλεις όπου πραγματοποιούνταν οι απεργίες. Οι αρχές συμφώνησαν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις - συμπεριλαμβανομένου  του σπουδαιότερου - την ίδρυση ελεύθερων εργατικών σωματείων. Λαμβάνοντας υπόψη την πολιτική κατάσταση της Πολωνίας και γενικώς των χωρών του λεγόμενου «ανατολικού μπλοκ» αυτή ήταν μια ιστορική απόφαση. Για πρώτη φορά μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, είχε ιδρυθεί μία νόμιμη οργάνωση μην ελεγχόμενη από το κομμουνιστικό καθεστώς. Επιπλέον, το Ανεξάρτητο Αυτοδιοίκητο Συνδικάτο "Αλληλεγγύη" που ιδρύθηκε επίσημα το Σεπτέμβριο και αργότερα αναγνωρίστηκε και από το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας, άρχισε από το 1981 να δημοσιεύει το δικό της εβδομαδιαίο περιοδικό  (Tygodnik Solidarność). Παράλληλα η «Αλληλεγγύη» ανέπτυξε δράση στο εξωτερικό με την ίδρυση γραφείων εκτός Πολωνίας και την οργάνωση επισκέψεων των εκπροσώπων της στο εξωτερικό, με σκοπό την συνεργασία με άλλες συνδικαλιστικές οργανώσεις. Η λειτουργία ανεξάρτητων μέσων μαζικής ενημέρωσης και, κυρίως, ανεξάρτητη εξωτερική δραστηριότητα αποτέλεσε μια πρωτοφανή παραβίαση της πολιτικής που εφαρμοζόταν από τα κομμουνιστικά κόμματα σε αυτό το μέρος της Ευρώπης.

     

    Φυσικά, η Ε.Σ.Σ.Δ. ήταν δυσαρεστημένη με αυτές τις εξελίξεις. Υπήρχε η υποψία ότι η συναίνεση των πολωνικών αρχών για την ίδρυση της «Αλληλεγγύης» θα μπορούσε να προκαλέσει μια σοβιετική στρατιωτική επέμβαση. Οι αρχές στις άλλες σοσιαλιστικές χώρες φοβήθηκαν ότι το πολωνικό παράδειγμα μπορεί να είναι μεταδοτικό και να υποθάλψει αντιφρονούντες με σκοπό την υπονόμευση της  κομμουνιστικής ηγεμονίας πέρα από την Πολωνία.

     

    Οι χώρες της Δυτικής Ευρώπης και οι Η.Π.Α. έδειξαν μεγάλο ενδιαφέρον  για τις απεργίες και την υπογραφή των συμφωνιών. Οι αρχές της Πολωνικής Λαϊκής Δημοκρατίας προσπάθησαν όμως να εμποδίσουν την ενημέρωση με τον περιορισμό της ροής των πληροφοριών. Για το σκοπό αυτό, έγιναν προσπάθειες για τον περιορισμό της δραστηριότητας των ξένων δημοσιογράφων, και οι πολωνικές προξενικές αρχές έλαβαν οδηγίες να παρατείνουν τις διαδικασίες χορήγησης βίζας ώστε να καθιστούν δύσκολο για τους ξένους ανταποκριτές να εισέλθουν στη χώρα. Οι πρόξενοι διατάχθηκαν ακόμα να δώσουν ιδιαίτερη προσοχή, επειδή ορισμένοι δημοσιογράφοι προσπαθούσαν να πάρουν  τις θεωρήσεις ως απλοί τουρίστες, χωρίς να αναφέρουν το επάγγελμα τους και τον αληθινό σκοπό του ταξιδιού τους στην Πολωνία. Επιπλέον, οι πολωνοί διπλωμάτες έλαβαν οδηγίες να πραγματοποιήσουν μία «επιθετική» προπαγανδιστική εκστρατεία με σκοπό «την υπεράσπιση του σοσιαλισμού».

     

    Οι ενέργειες αυτές δεν μπορούσαν όμως να φέρουν το αναμενόμενο, από τις αρχές, αποτέλεσμα. Στους επόμενους μήνες η «Αλληλεγγύη» ήταν πρωτοσέλιδο στις εφημερίδες και από τα πρώτα θέματα στις τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές στις δυτικές χώρες.  Παρόλα αυτά, η Δύση έδειξε διαφοροποιημένες αντιδράσεις για την ίδρυση της «Αλληλεγγύης». Τα ξένα συνδικάτα αντέδρασαν με ενθουσιασμό, προσφέροντας υποστήριξη και συνεργασία. Οι δυτικές κοινωνίες εξέφρασαν επίσης την ικανοποίησή τους, αλλά οι κυβερνήσεις τους κράτησαν μετριοπαθείς στάσεις  φοβούμενες την αποσταθεροποίηση της κατάστασης στην Πολωνία και την αντίδραση της Ε.Σ.Σ.Δ.

     

    Ωστόσο, είναι πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι η ίδρυση ανεξάρτητων συνδικάτων ήταν ένα γεγονός χωρίς προηγούμενο, κρίσιμο, και όχι μόνο για την ιστορία της Πολωνίας. Το γεγονός αυτό συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στην κατάρρευση του κομμουνισμού στην Πολωνία και σε άλλες χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Και ως εκ τούτου επηρέασε τις διαδικασίες εκδημοκρατισμού σε ένα σημαντικό μέρος της Ευρώπης. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τις αλλαγές του 1989 και την αποσυναρμολόγηση του κομμουνιστικού συστήματος χωρίς τις προηγούμενες εμπειρίες του κινήματος της «Αλληλεγγύης». Ανοιχτό παραμένει το ερώτημα εάν ήταν δυνατή η επιτάχυνση πορείας της ιστορίας, ήδη από τις αρχές του 1980 και η από τότε κατάρρευση του κομμουνισμού με την ανάκτηση πλήρους κυριαρχίας από την Πολωνία. Η ευκαιρία αυτή - αν υπήρχε - χάθηκε με την επιβολή στρατιωτικού νόμου από τις κομμουνιστικές αρχές.

     

    Piotr Długołęcki, ιστορικός του ΥΠΕΞ

     

    Lech_Walesa_Fot_Miroslaw_Stepniak

    Print Print Share: